11 Μαρτίου 2012

Μια περίεργη Σύμπτωση (Απόψεις)

«Η στραβός είναι ο γιαλός, ή στραβά αρμενίζουμε» Νομίζω πως ταιριάζει γάντι η παροιμία αυτή για να μπορέσω να ξεκινήσω και να μοιραστώ μαζί σας τον προβληματισμό μου. Θέλω να δώσω μια λογική εξήγηση για τη συμπεριφορά ατόμων από τον προσωπικό μου κύκλο, συγγενείς, φίλοι, συνάδελφοι από το χώρο της δολειάς μου, τα ίδια μου τα παιδιά. Όλοι αυτοί (σχεδόν όλοι) λες και έχουν μεταξύ τους συνεννοηθεί, αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι, να καταδεχθούν να διαβάσουν τα κείμενα που αναρτώ στο Ιντερνέτ. Χρόνια τώρα μάταια πασχίζω να τους θυμίσω πως υπάρχει και η λογοτεχνική μου ταυτότητα. Είναι όμως τόσο ισχυρή η άρνησή τους, που σε μερικές περιπτώσεις κινδύνεψα να χάσω και την καλημέρα τους.
«Και γιατί είναι υποχρεωμένος να σε διαβάσει κανείς, βρε αδερφέ», μου είπε πριν από καιρό η καλύτερη μου φίλη. «Επειδή εσένα σου τυπώθηκε να παριστάνεις το συγγραφέα εγώ πρέπει να σε διαβάζω;» θυμάμαι να μου είπε ένας άλλος φίλος μου. Μια ανιψιά μου δε, με περγαμηνές Πανεπιστημίου, με συμβούλεψε πως πρέπει να περιοριστώ στην άποψη πως πρώτα απ’ όλα γράφουμε για μας. Δεν είναι όμως ματαιοπονία. Γιατί να τα γράψω αφού υπάρχουνε μες’ το μυαλό μου σαν σκέψεις, δικές μου είναι έτσι κι αλλιώς. Δεν θα μου τις κλέψει κανείς. Άλλοι μου αραδιάζουν ένα σωρό δικαιολογίες πως όταν βρούνε καιρό θα ρίξουν μια ματιά. Το αποκορύφωμα συμβαίνει με δικό μου άτομο που δηλώνει πως δεν τα καταφέρνει να μπει σ΄αυτά τα blogs ενώ είναι άσσος στα chat rooms με 2000 φίλους στο Facebook.
Λογικά ακούγονται όλα αυτά. Βλέπετε το τι μου έχουν πει, δεν σας τα έκρυψα. Εγώ όμως διαφωνώ. Διαφωνώ κι αναρωτιέμαι.
Κατ’ αρχάς θεωρώ (τουλάχιστον εγώ αυτό πιστεύω) πως γράφοντας κανείς, το πρώτο που αναζητά, είναι η επικοινωνία. Στην αρχή η νοερή, η αόριστη κι ύστερα γυρεύεις ν’ ανταμώσεις μ’ όποιον τρόπο σου προσφέρει η τεχνολογία, μ’ άλλους συνοδοιπόρους που ταυτίζονται με τις απόψεις σου. Η χρήση της λόγιας γραφής είναι το κίνητρο αν θέλετε για να προσεγγίσεις τον άλλον και να τον κάνεις συνοδό στα όνειρά σου. Να τον πάρεις με τα φτερά της φαντασίας σ’ ονειρεμένα ταξίδια, να του τραγουδήσεις, να του πεις για τα σημεία των καιρών, ή και γιατί όχι ακόμα και να τον διδάξεις, αν η γνώση σου μπορεί να φτάσει ως εκεί. Θυμήθηκα τώρα ένα αστείο επιχείρημα. Τι λέτε όταν ο Σολωμός έγραψε τον ύμνο προς την ελευθερία, τα βράδια κάθονταν και τον απήγγειλε μπροστά στον καθρέπτη για τον εαυτό του;
Ας δούμε και μια άλλη παράμετρο του ζητήματος. Δεν θάπρεπε να χαίρεται κανείς με τη χαρά μου;
Δεν είναι αμαρτία η επιβράβευση. Είναι πράξη πολιτισμού, είναι ευγένεια, είναι σεβασμός. Έστω επειδή είμαι σχεδόν απ’ όλους μεγαλύτερος στην ηλικία, ας ενθαρρύνουμε αυτή την προσπάθεια.
Και τέλος πάντων από ντροπή ή καθωσπρεπισμό ας ασχοληθούμε για λίγο. Δεν είπε κανείς να ανοίξουμε Fun club για πάρτη του; Έστω για μια φορά. Για να μη μας πιάσει αδιάβαστους βρε αδερφέ. Έτσι για να ξέρουμε «τι θέλει να πει ο ποιητής» ίσως και για να μπορούμε κάποτε να του ασκήσουμε και κριτική. Εγώ μπορεί να ισχυρίζομαι πως γράφω καλύτερα από τον Καβάφη (Θου Κύριε……) εσύ που το ξέρεις;
Δεν έχουν την περιέργεια να δούνε πως γράφει ένας κουρασμένος άνθρωπος που με χίλιες αντιξοότητες κατάφερε να βγάλει το Νυχτερινό Λύκειο και από τον ελάχιστο λόγω υποχρεώσεων χρόνο του, βρίσκει τον τρόπο να γράφει;
Για τα παιδιά μου ούτε αναρωτιέμαι αλλά ούτε και τα δικαιολογώ. Κεραμίδα στο κεφάλι μου η στάση τους. Άλλοι θα καμάρωναν για έναν τέτοιο μπαμπά. Εδώ θα σας εκμυστηρευτώ και κάτι. Ο ένας από τους δύο γιούς μου, φροντίζει να μη γίνει γνωστή η ιστοσελίδα μου στη γυναίκα του, φοβούμενος τους συνειρμούς που θα πηγάσουν από τν ανάγνωση των κειμένων. Α ναι συμβαίνει κι αυτό. Άτομα από το συγγενικό μου χώρο που έτυχε να διαβάσουν δυο αράδες, με ρωτούν πονηρά γεμάτοι υπονοούμενα. «Καλά για πια γκόμενα το έγραψες το τάδε ποίημα;»

Ευτυχώς όμως που υπάρχετε ΕΣΕΙΣ. Εσείς οι πλέον των 7.500 αναγνώστες της ιστοσελίδας μου. Καμαρώνω γι αυτό. Γιατί όλοι εμείς εκτός από τον Ολυμπιακό, την πολιτικολογία, το φραπέ και τους εφήμερους έρωτες, ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ κι αυτό είναι κάτι. Σας ευχαριστώ.

Μάρτιος 2012

Τα τραγούδια του χθες και του σήμερα (Αρθρο)

Περασμένες δώδεκα. Ένα ούζο με παγάκια στο χέρι, τραγούδια του Γρηγόρη Μπιθικώτση και του Καζαντζίδη, η μοναξιά μου κι εγώ. Καλή παρέα. Ταξιδιάρικη. Αναμνήσεις πολλές. Ταξίδια μακρινά ως τη Τζαμάικα, με τα φτερά του ονείρου, με τις θύμισες που αναβλύζουν από αυτά τα τραγούδια. Δεν θά 'πρεπε να τους πω ένα ευχαριστώ. Νομίζω πως τους το οφείλω. Χωρίς αυτά δεν θα πήγαινα πουθενά. Δεν θα μάθαινα ποτέ τη Δραπετσώνα, την ιστορία του Κυρ΄ Θάνου, του μπελαμί το ουζερί, ούτε για το μικρό Τρελοκόριτσο του Γρηγόρη.
Ολάκερη βιβλιοθήκη αυτά τα τραγούδια. Η ελληνική ιστορία μέσα από τις νότες του πενταγράμμου τραγουδισμένη με καημό με αγάπη με μεράκι. Με ευθύνη πως τούτα τα τραγούδια θα τα ακούσουν άνθρωποι που κρέμονται απ’ τα χείλη τους, που διψούν να μάθουν απ αυτά. Κι όμως έτσι έγινε. Αυτά τα τραγούδια συντρόφεψαν τους πόνους και τους αναστεναγμούς μας, τους αγώνες μας στη καθημερινή βιοπάλη. Τον καυμό του αγοριού που Σάββατο κι απόβραδο στην οδό Αριστοτέλους, πάσχιζε να κόψει τους πρώτους καρπούς του έρωτα από τη μικρή Ραλλού. Μέσα σ’ αυτά τα τραγούδια είμαστε βουτηγμένοι εμείς οι ίδιοι, από την κορφή μέχρι τα νύχια. Είναι η κολυμπήθρα που μας έλουσε και μας αναβάπτισε χαρίζοντάς μας ζωή. Γιαυτό ο λαός συμμετέχοντας σ’ αυτή τη μέθεξη τ’ αγκάλιασε μ’ ένα μοναδικό χορευτικό σκοπό, το ζεϊμπέκικο.
Τι ιεροτελεστία είναι αυτή. Τι υπέροχες στιγμές ανάτασης, χορεύοντας το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Την ώρα που γονατίζεις χτυπώντας το χέρι σου στη γη, είναι η υπογραφή του χορευτή, ή τώρα η ποτέ. Το δικό του «Μωλών λαβέ» η έξοδος κατά τα πρότυπα του αρχαίου κλασικού θεάτρου.
Το ελληνικό τραγούδι λίγες μέρες πριν πεθάνει. Πριν το λαβώσουν τα άτιμα βέλη του καψουροτράγουδου. Χωρίς ποίηση χωρίς να σηκώνει στους ώμους του μικρούς και μεγάλους. Μονοδιάστατο. Ένα τραγούδι που αντέχει μόνο ως τα χαράματα που θα κλείσουν τα ξενυχτάδικα της παραλιακής. Που θα αφήσει στα κρύα του λουτρού τους οπαδούς του και δεν θα τους κάνει παρέα στην καθημερινότητα του καθενός, στα προβλήματά στους αγώνες και τι αγωνίες του. Υπάρχει μόνο για να του θυμίζει το κορίτσι του μπάρ και τίποτε άλλο. Τραγούδι με φεγγάρια και ακρογιαλιές ατάκτως ειρημένες κι αναμιγμένο με σωρούς από μπουκάλια ουίσκι και τσιγάρα. Το πόσα τραγούδια κρύβουν μέσα τους ποτά και τσιγάρα δεν λέγεται. Και μετά τι άλλο; Πως θα μάθουν οι επόμενες γενιές για τους αγανακτισμένους της πλατείας Συντάγματος. Ποιος θα τραγουδήσει για τη ζωή μας που βιάζεται καθημερινά κι αιμορραγεί στις καρδιές μας αλλά όχι στα τραγούδια μας. Καλά εγώ γεννήθηκα νωρίς κι έτυχα να βιώσω αυτό το λόγο. Το λόγο που σαν μάνα ή σαν πατέρας χώθηκε μες’ τη ζωή μου κι έγινε πάλης ξεκίνημα. Οι σημερινοί; Τι έχουν να τραγουδήσουν περασμένες δώδεκα μ’ ένα ποτήρι ούζο με παγάκια στο χέρι.

Μάρτιος 2012
Αφιερωμένο στους θαμώνες του Facebook.

21 Φεβρουαρίου 2012

Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας

φωτογραφικά Χρονικά

Προοίμιο

Σήμερα θα σας καταθέσω την τρίτη ιστορία από την ενότητα φωτογραφικά Χρονικά. Οφείλω όμως μια διευκρίνιση. Οι ιστορίες αυτές δεν είναι ο κανόνας, αλλά η εξαίρεση. Έχουν σασπένς, κρύβουν ίντριγκες και δολοπλοκίες συμβαίνουν όμως σπάνια και γι αυτό το λόγο γίνονται «είδηση» Γιατί όπως λένε στη γλώσσα της δημοσιογραφίας, είδηση δεν είναι αν ένας ελέφαντας φάει έναν κυνηγό, αλλά εάν ο κυνηγός φάει μια μέρα έναν ελέφαντα.
Οφείλω επίσης να παραδεχθώ πως εκατοντάδες ζευγάρια που παραβρέθηκα στους γάμους τους ήταν χάρμα ομορφιάς σε σημείο να τα καμαρώνω κι εγώ (θα γράψω κάτι αργότερα και γι αυτά τα παιδιά)
Και κάτι ακόμα. Συνήθως μέσα στον κύκλο των πελατών μας αρκετοί ήσαν γνωστοί, παλαιοί συμμαθητές, συγγενείς και φίλοι κι ως εκ τούτου η γνώση πέντε πραγμάτων παραπάνω, από τα προσωπικά τους, με βοηθούσαν να καταλάβω καλύτερα το γιατί των πραγμάτων.
Ηθικό δίδαγμα μετά από αυτά; Μη αναθέτετε το γάμος σας σε γνωστό σας φωτογράφο.

Ιστορία 3η
Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας

Η Φωτεινούλα από το Γυμνάσιο που τη θυμάμαι ήταν αυτό που λέμε πάντα low profile. Δεν ήταν δα και καμιά θεογκόμενα. Μετρίου αναστήματος, καστανή ομιλητική και ανοιχτή στις συζητήσεις με τα αγόρια. Δεν το ‘παιζε δηλαδή και μοιραία, όπως κάποιες άλλες ομορφούλες. Το βιογραφικό της όμως ήταν καταγραμμένο ήδη με αρκετές ιστοριούλες από εφηβικές αμαρτίες, τις οποίες όμως ούτε διαλαλούσε, ούτε τις αρνιόταν. Προσωπικά την είχα σχεδόν ξεχάσει γιαυτό παραξενεύτηκα όταν ήρθε από το πουθενά στο μαγαζί μας για να κλείσει το γάμο της. Το εκτίμησα πολύ που με θυμήθηκε κι έδειξα ιδιαίτερη χαρά. Να που αυτό το απλό κοριτσάκι ήξερε να τιμά τους παλιούς της φίλους.
Ώριμη πια, αλλά αρκούντος συμπαθητική στην εμφάνιση, προβάλει στην είσοδο του μαγαζιού, μ’ ένα χαμόγελο καλά καρφωμένο στα χείλη της, που το κράτησε εκεί μέχρι να διαπιστώσει αν η έκπληξη με την παρουσία της, θα άγγιζε και τον παλιό της συμμαθητή. Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω ποια είναι αυτή η ευχάριστη φατσούλα που είχα έτσι στο ξαφνικά απέναντί μου. Στα λίγα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν από τη σιωπή, μέχρι το κλασικό «βρε βρε σαν τα μάτια μου τα δυό. Τι κάνεις βρε θηρίο;» η μηχανή του χρόνου έκανε όπως κάνει συνήθως το δικό της φλας μπακ. Το έχετε παρατηρήσει εσείς αυτό; Σε χρόνο μηδέν που λέτε μπορεί να παρελάσουν από το μυαλό χίλια δυο πράγματα. Έτσι για καλωσόρισμα. Ένα φιξάρισμα γεγονότων για να μη μας βρει ο άλλος απροετοίμαστους κι αμήχανους. Το κακό όμως με την περίπτωση που σχολιάζουμε τώρα, η σκηνή που πέρασε από τη λήθη στο σήμερα, έτοιμη να ξεχυθεί εκεί μπροστά μας, και να ‘χω απέναντί μου αυτά τα δυό μικρά αλλά σαγηνευτικά ματάκια της Φωτεινούλας, δεν μπορούσε να αποκαλυφθεί. Και τι να πεις δηλαδή, «Θυμάσαι βρε Φωτεινούλα εκείνο το πάρτη στο σπίτι του Βαγγέλη που ήταν το φλερτ σου εκείνη την εποχή; Δεν το ‘θελες μου είπες αλλά το φιλί που σου ‘δωσα δεν ήταν καθόλου πεταχτό ούτε στιγμιαίο. Κλείδωσα λοιπόν ξανά στο χρονοντούλαπο την ανάμνηση του φιλιού της και προχώρησα στο τυπικό καλωσόρισμα του συντρόφου της όπως επιβάλλονταν άλλωστε και από επαγγελματικό καθωσπρεπισμό.
Αφού ρυθμίσαμε τα διαδικαστικά του γάμου, χαιρετηθήκαμε με μια αόριστη υπόσχεση πως θα τα ξαναπούμε.

Την επόμενη μέρα κιόλας το πρώτο τηλέφωνο που χτύπησε στο μαγαζί ήταν της Φωτεινούλας. Άφησε στη πάντα τα προσχήματα και με πολύ λίγα λόγια μου ξεκαθάρισε τις προθέσεις της και τι ζητούσε από μένα.
- Θέλω, μου είπε, στο γάμο μου να καλέσω κάποιους παλαιούς συμμαθητές.
- Όπως; Τη ρώτησα με περιέργεια.
Και μου ανάφερε χωρίς να πάρει ανάσα τέσσερα ονόματα στη σειρά. Τον Τάσο, το Φώτη, τον Κολοτούμπα, έτσι τον θυμόταν χωρίς το πραγματικό του όνομα και τον Βαγγέλη. Μόλις άκουσα το όνομα Βεγγέλης παραξενεύτηκα και οι πρώτοι «ψήλοι στ’ αυτιά», άρχισαν να κόβουν τις βόλτες τους.
- Τι δουλειά έχει ο Βαγγέλης στο γάμο σου;
- Θέλω να φτιάξω ένα χάπενινγκ και ο Βαγγέλης έμαθα ότι έγινε επαγγελματίας και πολύ καλός μπουζουξής.
- Και μόνο γι αυτό τον θέλεις; Ρώτησα αφήνοντας σαφώς πολλά υπονοούμενα.
- Έλα βρε. Μην το πας αλλού. Μα είναι δυνατόν στο γάμο μου;
- Είναι-είναι και μη μου λες εμένα τέτοια γιατί τα μάτια μου έχουν δει πολλά. Τέλος πάντων. Με τους άλλους τι τρέχει;
- Με φέρνεις σε δύσκολη θέση με τις ερωτήσεις σου και με κάνεις να ντρέπομαι. Θα σου τα εξηγήσω όλα αλλά πες μου μπορείς να με βοηθήσεις να τους εντοπίσουμε;

Δεν ήταν δύσκολο τελικά. Για τον Βαγγέλη βρήκαμε άκρη από την αδελφή του που έμενε ακόμα στο πατρικό τους σπίτι που μου ήταν γνωστό. Ο Τάσος με το Φώτη εντοπίστηκαν από τον χρυσό οδηγό, αλλά δεν ήταν εύκολη η ανεύρεση του Αντώνη του κολοτούμπα. Ο Αντώνης από μικρός είχε μπλέξει με μικροσυγκροτήματα rock μουσικής σαν κιθαρίστας κι έκτοτε απ’ ότι μαθαίναμε στη γειτονιά, ήταν όπου γης και πατρίς. Μέχρι και στην Ολλανδία έφτασε η χάρη του να παίζει σε μικρά μπαράκια. Επειδή πάντα ισχύει το ρητό που λέει πως ρωτώντας πας στην πόλη, μέσω κοινών γνωστών έμαθα τελικά πως μένει στη Σαλαμίνα παντρεμένος με μια αλλοδαπή.
Με όλους ήρθα προσωπικά σε επικοινωνία για να τους μεταφέρω την πρόσκληση της Φωτεινούλας. Το παράξενο ήταν που κανείς τους δεν την αρνήθηκε, παρ’ ότι τους έβαζε σαν όρο, με ευγενικό τρόπο βέβαια, να μην έχουν μαζί τους συζύγους παιδιά και τέτοια.

Η αίθουσα της δεξίωσης αρκούντος συμπαθητική κι οι καλεσμένοι αρκετοί. Ο γάμος που προηγήθηκε απ’ ότι κουβέντιαζαν πήγε πάρα πολύ καλά. Η νυφούλα τρισχαριτωμένη μέσα στο υπέροχο και μάλλον ακριβό νυφικό της που αντί για κατάλευκο έπαιρνε ανάλογα με το φωτισμό που δέχονταν επάνω του, μια γλυκιά απόχρωση του ροζ. Το ζευγάρι πάντα γελαστό, σημάδι ενός ευτυχισμένου ζευγαριού. Στο Video-Wall της αίθουσας, άρχισε ήδη να προβάλλεται ένα ερασιτεχνικό βίντεο με σκηνές από την εκκλησία την ώρα του μυστηρίου, που πράγματι επαλήθευε τα σχόλια των καλεσμένων. Οι περισσότεροι είχαν είδη πάρει τις θέσεις τους στην αίθουσα και ο δικός μου βιντεολήπτης έπαιρνε κοντινά πλάνα από τους παραβρισκόμενους που προβάλλονταν αυτόματα στο video-wall. Έστω κι αν ζούμε στην Αθήνα, η γειτονιά είναι πάντα γειτονιά. Αρκετές φατσούλες που προσπαθούσαν ν’ αποφύγουν την ενοχλητική παρουσία της κάμερας, είτε για να μη γίνει αισθητή η παρουσία τους αλλά μάλλον κατ’ εμέ, για να μη φανούνε δημόσια τα σημάδια που άφησε ο χρόνος πάνω τους, όλοι πάντως, θύμιζαν ο ένας στον άλλον πως κάπου αυτόν που βλέπουν τον έχουν ξαναδεί. Όταν στο πλάνο εμφανίστηκαν τα τέσσερα πρόσωπα από το γωνιακό τραπέζι εκτός από το ότι κι αυτοί μπορεί να ψιλοέδειχναν γνωστοί, δεν μπορούσε όμως γι αρκετούς να ερμηνευτεί, το για ποιον λόγο ήταν αυτοί προσκεκλημένοι στο γάμο. Εγώ σαν κοινός γνωστός λόγω της επαγγελματικής μου ιδιότητας, άρχισα τάχα μου διακριτικά να δέχομαι αυτές τις περίεργες αλλά καταλυτικές ερωτήσεις του τύπου, «Δε μου λέτε κύριε φωτογράφε, τα παιδιά εκεί πέρα στο βάθος, ποια είναι;» το να απαντούσα πως δεν τους γνωρίζω δεν θα έπειθα γιατί ήταν ξεκάθαρο από τις κινήσεις μου πως ήταν για μένα, αρκετά γνωστοί. Διάλεξα λοιπόν μια στερεότυπη φράση « φίλοι παλιοί είναι, φίλοι» και τους προσπερνούσα.

Οι φίλοι μου λοιπόν με τη σειρά τους έδειχναν να απολαμβάνουν το πάρτυ, και φρόντιζαν επί τούτου να διαχέουν με τις γκριμάτσες τους το μυστήριο της παρουσίας τους. Κάποιες στιγμές μάλιστα την ενίσχυαν, τσουγκρίζοντας με φασαρία τα ποτήρια τους. Με τον ερχομό του ζευγαριού και την όπως πάντα ηχηρή είσοδό του γαμπρού και της νύφης στην αίθουσα, οι τέσσερεις φίλοι μας την υποδέχθηκαν με παρατεταμένο χειροκρότημα εξ ίσου ηχηρό όσο και το εμβατήριο του γάμου.
Το έμπειρο μάτι του φωτογράφου όμως που «πολλών ανθρώπων είδεν άστεα και νόων έγνων» άρχισε να παρατηρεί τις πρώτες αρρυθμίες στη συμπεριφορές κάποιων ανθρώπων. Διαπίστωσα κατ’ αρχήν πως στον πρώτο χορό του ζευγαριού, η νυφούλα δεν ήταν και τόσο προσηλωμένη στα ματάκια του συντρόφου της ως είθισται τουλάχιστον, αλλά στην κυριολεξία πίσω από την πλάτη του, άλλωστε αυτή τη θέα έχει ένα ζευγάρι που χορεύει αγκαλιαστό, μοίραζε χαμόγελα κάθε φορά που η ματιά της έφτανε ως το τραπέζι στο βάθος της αίθουσας. Και οι ενδιαφερόμενοι σαγηνεμένοι λες από το κάλεσμα της Κίρκης ξεροκατάπιναν ή ρουφούσαν αμήχανα μια γουλιά απ’ το ποτήρι τους. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, τουλάχιστον οι πλησιέστεροι, άρχισαν να ψηλαφίζουν το γόρδιο δεσμό με φανερή προσπάθεια να τον λύσουν και μάλλον μερικοί τα κατάφερναν. Ειδικά για το who is who του Βαγγέλη και του Αντωνάκη του κολοτούμπα, είχαν τότε ακουστεί κάτι περισσότερο απ’ αυτά που επιτρέπουν τα προσωπικά δεδομένα να διαρρεύσουν.

Η ώρα έχει προχωρήσει και η μουσική έχει αρπάξει με το έτσι θέλω την προσοχή των καλεσμένων λόγω της έντασης αλλά και λόγω το προσεγμένου προγράμματος που είχε επιμεληθεί ο μαέστρος της, που δεν ήταν άλλος από το φίλο μας τον Βαγγελάκη, πράγμα άγνωστο για όλους σχεδόν μιας και ο ίδιος ο μαέστρος προτίμησε να μη συμμετέχει στο πρόγραμμα.
Πάνω στο τσακίρ κέφι η μουσική σταμάτησε, τα φώτα χαμήλωσαν αρκετά για να ξανανάψουν έντονα όταν στο κέντρο της πίστας ο Βαγγέλης με το μπουζούκι του έπαιζε τις πρώτες νότες από το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Μετά το πρώτο κουπλέ του τραγουδιού, τα κεντρικά φώτα έσβησαν εντελώς, ενώ ταυτόχρονα ο ειδικός συγκεντρωτικός προβολέας του κέντρου, φώτιζε τη μια γωνιά της πίστας πάνω στη φιγούρα του Φώτη, που με το ρυθμό του ζεϊμπέκικου συνέκλινε προς το κέντρο της. Το ίδιο έγινε και με τον Τάσο σε λίγο. Τελικά ο προβολέας εστίασε ολόσωμα στον Βαγγέλη με το μπουζούκι του. Η μέθοδος αυτή για τους μυημένους στη νύχτα, αποσπά την προσοχή του θεατή σε ότι δείχνει το φως, για να μην αντιληφτείς κινήσεις που προετοιμάζονται για τη συνέχεια. Και πια ήταν η συνέχεια. Ο προβολέας να εστιάζει πια μόνο στη Φωτεινούλα και να την ακολουθεί μέχρι το κέντρο της πίστας, πλήρως πια φωταγωγημένη και να παίρνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο χορό, με τους φίλους μας να τη συνοδεύουν με ανάλογα ρυθμικά παλαμάκια. Το σκηνικό άρεσε πολύ δεν λέω. Ο κόσμος το ευχαριστήθηκε. Ακόμα κι ο γαμπρός έτρεξε στο τέλος να συγχαρεί τη Φωτεινούλα αλλά και τα παιδιά.
The show must go on που λένε και οι φίλοι μας οι Άγγλοι κι όλα μοιάζαν μαγικά. Αυτοί οι περίεργοι όμως που πάντα τους αρέσει να δίνουν απαντήσεις όταν αυτές μοιάζουνε κρυμμένες, άρχισαν να ψάχνουν εντονότερα άκρες για να δικαιολογήσουν το τι ήθελε να πει ο ποιητής με το show και το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Στο ίδιο μήκος κύματος έδειχνε και η μαμά της Φωτεινούλας που ως συνήθως κάθε μαμά την ώρα του γάμου κάθε κόρης, μετατρέπετε σε αόρατο φύλακα άγγελο της νύφης για να αποσβήσει κάθε κραδασμό που ήθελε παρουσιαστεί κατά την διάρκεια ενός γάμου. Από ένα απλό άκακο και φυσιολογικό τρακ έως τις πιο σοβαρές περιπτώσεις που η απερισκεψία της νιότης δημιουργήσει. Τι το θελε αυτό η Φωτεινούλα τώρα; Όσο κι αν δεν γνώριζε από την προσωπική ζωή της κόρης της, ήρθαν όλα τώρα κι έδεσαν μες’ το μυαλό της κι από υποψίες έγιναν διαπιστώσεις. Μαύρα φίδια την έζωσαν την καημένη, ειδικά όταν από το τραπέζι που κάθονταν δικοί της συγγενείς, δέχθηκε την πρώτη ερώτηση.
- Καλέ ο Βαγγελάκης δεν ήταν που ερχόταν σπίτι σας και διάβαζαν μαζί με τη Φωτεινούλα;
- Ναι Ναι. Ο Βαγγελάκης. Φίλοι από παιδιά τα δυό τους. Οι καλύτεροι φίλοι.
Σιγά μην έπεισε με την απάντησή της. Τώρα άλλον έπρεπε να πείσει, την κορούλα της. Γι αυτό πήγε όσο πιο διακριτικά μπορούσε κοντά της και της είπε.
- Κόψε αμέσως κάθε ενδιαφέρον προς τους τέσσερεις φίλους που μου κουβάλησες απόψε εδώ και φρόντισε πλάι με τον άντρα σου να ασχοληθείς με οτιδήποτε άλλο, γιατί θα σε καρυδώσω απόψε, εδώ μπροστά στον κόσμο. Και πατώντας της μια γερή τσιμπιά στο μπράτσο, δεν άφησε κανένα περιθώριο στη μικρή ώστε να μην καταλάβει ότι η μαμά έχει αγριέψει κι ότι «τα έχει πάρει στο κρανίο» όπως λένε.
Το μήνυμα μάλλον ελήφθη άμεσα. Η Φωτεινούλα, με όσο νάζι και τσαχπινιά διέθετε, άδραξε τον αντρούλη της που τα έλεγε με μια παρέα συγγενών του και πέρασε στην κεφαλή του χορού αφού έκανε νόημα στην ορχήστρα πως ήθελε πιο ξεσηκωτικά τραγούδια. Για μια ώρα τουλάχιστον δεν ξανακάθισε κάτω. Η μαμά της αντίθετα, θρονιάστηκε σε μια καρέκλα στην άκρη του νυφικού τραπεζιού και καμάρωνε αμήχανα στο πουθενά. Αφού η παρέμβασή της έφερε αποτελέσματα, δεν την ένοιαζε πλέον ούτε ο χορός ούτε το φαγητό ούτε τίποτε άλλο. Το κουαρτέτο της ιστορίας μας αφού έπαψε να αποτελεί το σημείο ενδιαφέροντος στην δεξίωση, τα μάζεψε κι έφυγε, αφού μάταια έψαχναν με τα μάτια να επικοινωνήσουν με τη Φωτεινούλα, για να της δηλώσουν ότι φεύγουν. Εν τέλει ούτε και για μένα δεν έδειξε ενδιαφέρων να χαιρετήσει όταν με είδε ότι άρχισα να μαζεύω τα εργαλεία της δουλειάς μου. Χαιρέτησα όμως με ευχαρίστηση τη μάνα της και της είπα με νόημα
- Συγχαρητήρια, ήταν όλα υπέροχα απόψε κι όλα πήγαν μια χαρά.
- Μένω υπόχρεη, μου ανταπάντησε, γιατί είδα το προσωπικό σου ενδιαφέρων την κατάλληλη στιγμή.
- Να ζήσουν λοιπόν τα παιδάκια σου και σύντομα γιαγιά.
Βγήκα από την αίθουσα με μια σταγόνα αισιοδοξίας γιατί πάντα χαίρομαι να βλέπω στο τέλος μιας βραδιάς γάμου σημάδια ότι πράγματι, όλα θα πάνε καλά.

ΥΓ
Εχω τηνν υποχρέωση αυτή την ιστορία να την αφιερώσω στη φίλη και συνάδελφό μου από το ΤΥΔΚΥ της Λάρισας. Της το έχω υποσχεθεί. Όχι γιατί έχει καμιά σχέση με την ιστορία που σας διηγήθηκα, αλλά να, εδώ που τα λέμε η ηρωίδα έχει κάτι από την δική της γλυκειά τρέλα
Φιλάκια πολλά Βαγγελίτσα μου.
Φεβρουάριος 2012

8 Φεβρουαρίου 2012

Νέα μέρα

Σώπα όπου να ‘ναι θα ξημερώσει.
Να, δυο τρεις ώρες μείνανε
και μετά, με το φως της μέρας,
όλα θα τα δεις διαφορετικά.
Αλήθεια ποτέ μου δεν κατάλαβα
γιατί θα τα δω διαφορετικά.
Αφού μιλάμε για τα ίδια πρόσωπα
Τις ίδιες καταστάσεις
Τα ίδια γεγονότα.
Γιατί το φως της μέρας
Θα τα κάνει λοιπόν
διαφορετικά;
Τώρα κατάλαβα πως
Το μπαούλο της ζωής
Έχει χώρο ακόμα και για άλλες πίκρες.

Φεβρουάριος 2012

28 Ιανουαρίου 2012

Σιωπές

Σιωπές που ξοδεύτηκαν στα βάθη μιας ζωής.
Μια ζωή που δεν μίλησε ακόμα,
Από τη μέρα που γεννήθηκε.
Ξοδεύτηκε να κυνηγά ίσκιους δίχως φώς
Μόνο ηλιοβασιλέματα σκοτεινά
με αμυδρές ελπίδες για το αύριο.
Οι μόνες λέξεις ήταν για όνειρα τελειωμένα.
Και κάποιες άλλες, λίγο πιο τολμηρές,
Ψέλλισαν κάτι για αγάπη κι ευτυχία.
Άλλες πάλη, κατέληξαν να γίνουν πάλη σιωπές
που στοιβάχτηκαν ξανά πάνω στις άλλες
Κάνοντας πιο βαρύ
Το φορτίο της μοναξιάς μου.

Ιανουάριος 2012

26 Ιανουαρίου 2012

Συγνώμη που δεν διάβασα το μνημόνιο

Ευθυμογράφημα

…αλλά εκείνο τον καιρό ήμουν πολύ απασχολημένος. Βρήκε καιρό η ξαδέλφη από την Αμερική να επισκεφτεί την πατρίδα μετά από τριανταπέντε χρόνια απουσίας. Τι να κάνω. Ανέλαβα άμισθος ξεναγός της. Ποιος ξέρει, ίσως σαν ανταπόδοση της καλοσύνης μου, μπορέσω κι εγώ να γευτώ τώρα στα γεράματα, το δικό μου American dream. Πολύ θα ‘θελα να επισκεφτώ κάποτε τη χώρα που τόσα χρόνια ποδηγετεί τους λαούς.
Κάτι έφτανε στ’ αυτιά μου που και που, για την κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά δεν ήταν αρκετό για να έχω μια σφαιρική αντίληψη. Η lady Dina ή Κωνσταντίνα κατά τα ειωθότα, από το Ξηρότερο Αιτωλ/νίας, έβαζε και όρους στο σπίτι μας σαν γνήσια Αμερικάνα.
- Νο Νο τηλεόραση Κώστας. Οι ειδήσεις από την τηλεόραση είναι ψεύτικες. Μα δεν το καταλάβατε ακόμα εδώ.
Που να το καταλάβουμε εμείς αυτό. Εμείς χωρίς τον Γιώργο Παπαδάκη και τον Γιώργο Αυτιά δεν κάνουμε βήμα. Το είπε ο Αυτιάς ρε παιδί μου, δεν με πιστεύεις, λέγαμε. Χίλια μέτρα ουρά προχθές έξω από το ΙΚΑ το έδειξε και σε βίντεο. Τέτοια ενημέρωση έχανα από τον Αυτιά. Χάσαμε τώρα και το δελτίο ειδήσεων των οκτώ, ήρθε κι έδεσε.
Μια μέρα ανεβαίναμε τη Συγγρού για να πάμε για καφέ με το Ντινάκι, τη Lady Dina μωρέ. Έτσι μου αρέσει εμένα να τη λέω. Έτσι όπως την αποκαλούσα στο χωριό, όπου το Ντινάκι ήταν το δεξί μου χέρι κι ο ταχυδρόμος των πρώτων μου ερωτικών μηνυμάτων προς τα κορίτσια. Λίγο πριν φτάσουμε τις στήλες του Ολυμπίου Διός, κάτι μπάτσοι μας έκαναν σήμα να στρίψουμε δεξιά γιατί το Σύνταγμα ήταν κλειστό. Είδαμε βέβαια κι αρκετό κόσμο ν’ ανηφορίζουν πεζοί κροταλίζοντας κάτι κατσαρόλες που κρατούσαν στα χέρια τους, αλλά η Ντίνα μου έκλεισε τα παράθυρα γιατί την ενοχλούσε ο θόρυβος.
- Που πάνε ετούτοι με ρώτησε.
- Που να ξέρω εγώ της είπα και συνέχισα να οδηγώ νευρικά.
Ένα βράδυ στο σπίτι ανοίξαμε τον υπολογιστή και συνδεθήκαμε μέσω Skype με τη Φιλαδέλφεια της Αμερικής. Ανήσυχος ο μπαμπάς της Ντίνας με το πρώτο τη ρώτησε.
- Είσαι καλά κορίτσι μου, για εμείς εδώ ανησυχούμε πολύ. Κοίτα καιρό που διάλεξες να πας Ελλάδα.
- Γιατί ανησυχείς Ντάντυ. Μια χαρά είμαστε. Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς.
- Τι λες κορίτσι μου. Εδώ βλέπουμε στο CNN πως στην Αθήνα γίνεται χαμός.
- Βλακείες Νταντυ, βλακείες. Εσύ δε λες πάντα πως οι ειδήσεις λένε ψέματα.
- Τι βλακείες κορίτσι μου, είσαι με τα καλά σου. Και δε μου λες ο ανιψιός μου μπορεί να μου εξηγήσει γιατί παραιτήθηκε ο Γιώργος Παπανδρέου;
Παραιτήθηκε ο Γιώργος Παπανδρέου κι εγώ δεν ήξερα τίποτα; Ντροπή μου. Άφησα το Ντινάκι να σαχλαμαρίζει με τα αδέλφια της κι έτρεξα στο μέσα δωμάτιο να ανοίξω την τηλεόραση. Έπεσα στο δελτίο των οκτώ κι εκείνη τη στιγμή έδειχνε στιγμιότυπα από έναν ανελέητο πετροπόλεμο στην πλατεία Συντάγματος. Σε λίγο η εκφωνήτρια του δελτίου λέει πως στο τέλος του δελτίου ίσως μάθουμε αν ο κύριος Λουκάς Παπαδήμος πάρει το χρίσμα να σχηματίσει κυβέρνηση. Έπεσα από τα σύννεφα. Ποιος είναι ο Κύριος. Δεν πρόλαβα όμως να μάθω περισσότερα και το Ντινάκι με φώναξε να πάρω μέρος στη συζήτηση γιατί κάτι με ήθελε ο Θείος μου.
- Τελικά Παραιτήθηκε ο Γιώργος Παπανδρέου, ανιψιέ; Και ποιος ανέλαβε
- Ο Λουκάς Παπαδήμος Θείε.
- Α! Ο Λουκάς Παπαδήμος, επανέλαβε με χαρά ο Θείος.
- Μη μου πεις Θείε ότι τον ξέρεις;
- Ναι Ναι παιδί μου, είναι γνωστός. Θα τα πάτε καλά με αυτόν.
- Και γιατί παρακαλώ είσαι τόσο σίγουρος;
- Α! Δεν ξέρεις πως είναι μορφωμένος άνθρωπος; Αυτός παιδί μου είναι στέλεχος της Goldman Sachs, ξέρει από οικονομικά, θα σας σώσει.
Βλέπεις πόσα δεν ήξερα τελικά. Αμ έξη μήνες που ήρθε και μου στρογγυλοκάθισε στο σπίτι μου το Ντινάκι, που να πάρω εγώ μυρουδιά από τα τεκταινόμενα. Ζούσα για έξη μήνες σαν σε καραντίνα.
Τελευταία μέρα στην Αθήνα της Lady Dina’s και νάμαστε μ’ ένα ταξί για το αεροδρόμιο «Βενιζέλος» Προτιμήσαμε αυτό τον τρόπο για ν’ αποφύγω εγώ το πρόβλημα του παρκαρίσματος. Ο οδηγός του ταξί, ως συνήθως λαλήστατος κι αυτός σαν τους συναδέλφους του, μας απευθύνει μια ερώτηση που μάλλον την έκανε για ν’ ανοίξει κουβέντα, παρά περίμενε από εμάς να τον φωτίσουμε.
- Τι λέτε θα το ψηφήσουν απόψε τα λαμόγια της κυβέρνησης το Μνημόνιο;
- Ποιο μνημόνιο, ψέλλισα εγώ.
- Καλά που ζεις ανθρωπέ μου εσύ. Είπαμε η Κυρία μένει στην Αμερική, εσύ δεν άκουσες τίποτα για το μνημόνιο; Γιατί μου παριστάνεις το Αμερικανάκι;

Όχι δεν το είχα διαβάσει το μνημόνιο. Δεν έτυχε ποτέ να δω ή ν΄ακούσω κάτι γι αυτό. Συναίβει όμως κάτι το εντελώς παράδοξο. Ήρθε αυτό με το έτσι θέλω να μπει στη ζωή μου και να μου ανατρέψει τα πάντα. Τα πήρε όλα αλλά δεν έφυγε. Σάρωσε τον μισθό μου το χαμόγελό μου, την ελπίδα μου για τη ζωή. Ακόμα και το δικό μου American Dream γιατί τώρα που λεφτά για ναύλα στην Αμερική. Αυτά μου έκανε το Μνημόνιο. Όχι δηλαδή πως αν το διάβαζα θα είχε αλλάξει τίποτα στη ζωή μου. Εμένα χεσμένο μ’ έχουνε τα μνημόνια. Κάποιοι άλλοι όμως πιο τρανοί από εμένα αν το είχαν διαβάσει, ίσως να προλαβαίναμε κάτι από την Εθνική μας κατρακύλα.

ΥΓ
Η υπερβολή που διαπιστώνετε στο Κείμενο ήταν αναγκαία για πρακτικούς λόγους. Ποιητική αδεία, που λένε
Ευχαριστώ

Ιανουάριος 2012

11 Ιανουαρίου 2012

Για τα δυο μου παιδιά

Έγραψα πάλι σήμερα δυο στίχους
Κι από χαρά, τους διάβασα σε δυο παιδιά – τα παιδιά μου

Έγραψα πάλι σήμερα δυο στίχους
Για δυο παιδιά – τα παιδιά μου

Τους έκρυψα όμως
μες το συρτάρι μου βαθειά να μη φανούν.

Ίσως κάποτε, τα δυο παιδιά – τα παιδιά μου
Μπορεί να ψάξουν να τους βρουν.


Γενάρης 2011

Εγω θα σας μιλώ με τα τραγούδια μου

Σε όσους αρέσει ακόμα να ταξιδεύουν με τα φτερά της μουσικής. Πληκτρολογίστε στο YOUTUBE τη φράση ΟΝΕ ΔΗΜΟΥ ΠΑΤΡΕΩΝ (Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων Δήμου Πατρέων)και απολαύστε μουσική

Εγώ σας αφιερώνω ετούτο. Υποκλείνομαι στους δημιουργούς του.

6 Ιανουαρίου 2012

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΑΝΤΙ ΕΥΧΩΝ ΓΙΑ ΤΟ 2012

Ο Κύκλος των χαμένων μαθητών
(Μια μικρή παιδική ιστορία)

Ο μπαμπάς του μικρού Φίλιππα μια ζωή κουλτουριάρης και απαιτητικός στα περί μορφώσεως, μιας κι ο ίδιος μόνιμος σπασίκλας στο σχολείο, αφού τέλειωσε με δεκαεννιά και κάτι ψιλά το Λύκειο, σκέφτηκε πως τώρα που πλησιάζουν οι γιορτές, καλό θα ήταν να προτείνει στο εντεκάχρονο αστέρι του να δει μια ταινία που και ο ίδιος είχε δει κι είχε ενθουσιαστεί παλαιότερα. Κοτζάμ μαντράχαλος πια, παντρεμένος με παιδιά, πίστευε πως η ταινία «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών» θα μπορούσε να περάσει τα μηνύματα της σ’ έναν μαθητή της Πέμπτης Δημοτικού.
Κάπου στις αρχές του Νοέμβρη είδε σε κάποια εφημερίδα τη συγκεκριμένη ταινία και φυσικά με χαρά το βράδυ ανήγγειλε το γεγονός προλογίζοντας την ταινία με έμφαση.
- Εδώ θα δείτε τη δίψα κάποιων νέων παιδιών για μόρφωση που παρ’ ότι φοιτούν σ’ ένα από τα καλλίτερα κολέγια, τις ελεύθερες ώρες τους τις ξοδεύουν δημιουργικά ιδρύοντας μια ας’ την πούμε φιλολογική ομάδα που την ονόμασαν «Ο Κύκλος των χαμένων ποιητών».
Ο Φιλιππάκος ευφάνταστος όπως ήταν από την ημέρα που άρχισε να καταλαβαίνει πράγματα, άρχισε να φτιάχνει τα δικά του σενάρια και μια αφάνταστη προσμονή τον κυρίεψε, πως εδώ μέσα θα βρει τις απαντήσεις που χρειάζονταν πάνω σε μια ιδέα που είχαν στα σκαριά αυτός και οι άλλοι δυο κολλητοί του φίλοι, ο Παναγιώτης κι ο Δημήτρης.
Στο σχολείο αυτοί οι τρείς ήταν σαν να λέμε τριάδα ομοούσιος κι αχώριστος. Στην ίδια τάξη από την πρώτη. Ίδιο στυλ, στο ντύσιμο, στο κούρεμα, στη συμπεριφορά. Στα διαλείμματα πάντα ξεκομμένοι απ’ όλους, καθόντουσαν στην άκρη της κερκίδας και μίλαγαν μίλαγαν μίλαγαν. Κανείς ποτέ από τους συμμαθητές τους δεν μάθαινε τι σόι κουβεντολόι ήταν αυτό με τόση μυστικότητα. Καταλάβαιναν πως όλοι στο σχολείο αναρωτιόντουσαν γι αυτό, αλλά αυτό ήταν που τους έδινε μια κρυφή ικανοποίηση και τους έδενε συγχρόνως περισσότερο σαν ομάδα.
Καλά οι συμμαθητές τους νόμιζαν πως σίγουρα θα μιλάνε για σπουδαία πράγματα, αλλά τι ήταν αυτό που τελικά απασχολούσε τους τρείς φωστήρες;
Σήμερα ο Παναγιώτης από το πρώτο διάλλειμα μετέφερε στα φιλαράκια του πριν καλά-καλά καθίσουν στις κερκίδες το θέμα της ημέρας.
- Ο Ηλίας ο χοντρός την ώρα που χτύπησε το κουδούνι, με τράβηξε από τη μπλούζα και μου είπε άγρια να μείνω τελευταίος γιατί κάτι με θέλει να μου πει.
- Και τι σε ήθελε τελικά, ρώτησε ο Δημήτρης γεμάτος περιέργεια.
- Έβαλε λέει στοίχημα με κάτι άλλα παιδιά πως θα βρει τον τρόπο να μάθει ποιο είναι αυτό το μυστικό θέμα που κάθε μέρα, μπούρου-μπούρου κρυφοκουβεντιάζουμε μεταξύ μας και δεν το λέμε σε κανέναν.
Ο Φίλιππος κόντεψε να σκάσει από τα γέλια σαν το άκουσε.
- Μυστικά που κουβεντιάζουμε εμείς; Μα τι βλακείες είναι αυτές που κατεβάζουν. Ποιος τους είπε ότι λέμε μυστικά; Σαχλαμάρες λέμε όπως όλοι.
- Φιλιππάκο φρονίμεψε, του λέει ο Παναγιώτης. Εμένα μου αρέσει να νομίζουν όλοι ότι λέμε μυστικά.
- Ε καλά. Τότε καθάρισε μόνος σου με το χοντροηλία. Τι θα του πεις τώρα ε! τι θα του πεις;
- Φιλιππάκο, αύριο θα σου πω. Κάτι θα σκεφτώ και θα σου πω. Λοιπόν χωρίς καθυστερήσεις αύριο στο πρώτο διάλλειμα γρήγορα εδώ.
Έτσι ήταν πάντοτε ο Παναγιώτης. Του άρεσε να το παίζει αρχηγός. "The leander" που λένε Αμερικάνικα. Στην παρέα του είχε σίγουρα το πάνω χέρι. Ήθελε όμως να ξεχωρίζει και μέσα σ’ όλο το σχολείο. Ο Φίλιππος όταν γύρισε στο σπίτι, συμφώνησε με τους γονείς του πως μόλις τελειώσει τα μαθήματά του, αντί παιχνιδιού στον ελεύθερο χρόνο, να μπορέσει να δει αυτή την περίφημη ταινία. Η προβολή έγινε με απόλυτη ησυχία, κι οι ερωτήσεις μετά το τέλος της ένα σωρό. Γιατί αυτό μαμά, γιατί αυτό μπαμπά, γιατί το ένα, γιατί το άλλο. Την άλλη μέρα στο σχολείο, αυτός που βιάζονταν να χτυπήσει διάλλειμα, δεν ήταν ο Παναγιώτης, αλλά ο Φίλιππος.
- Το βρήκα, σφύριξε στ’ αυτί του φίλου του Δημήτρη, την ώρα του μαθήματος. Θα φτιάξουμε ομάδα άμεσου δράσης.
Η τελευταία του φράση, δεν μπορούσες να την πεις και ψίθυρο, γιατί ακούστηκε ίσα με την έδρα κι ο δάσκαλος ανέλαβε αμέσως πρωτοβουλία.
- Τι ομάδα άμεσου δράσης θα φτιάξεις Κύριε Φίλιππε; Για σήκω επάνω να ενημερώσεις κι εμάς.
Καλύτερα να άνοιγε η γη να τον καταπιεί το μικρό μας ήρωα. Κινδύνευε η ιδέα του να καταστραφεί εν τη γεννέση της, πριν καλά καλά την προστατεύσει με τη μυστικότητα που της αρμόζει, όπως άλλωστε παρατήρησε κι από την ταινία, αυτό ήταν το κυριότερο μέλημα της μικρής ομάδας, η μυστικότητα.
- Όχι Κύριε, είπε ο Φίλιππος σαν βρεγμένη γάτα. Να απλά θύμισα στον Δημήτρη μια φράση από μια ταινία.
Μάλλον τα κατάφερε να πείσει και το πράγμα έμεινε εκεί. Ο χοντροηλίας όμως βρήκε την ευκαιρία να τρελάνει στο σκούντημα τον έτερο Καπαδόκη τον Παναγιώτη και του μουρμούραγε συνέχεια
- Τι λέει. Τι λέει;

Στο τελευταίο σκαλί της κερκίδας η ομάδα υποδέχτηκε τον Φίλιππο μ’ ένα ξεγιρισμένο φατούρο, για να μάθει άλλη φορά να είναι προσεκτικός. Αμέσως μετά και για να εκμεταλλευτούν το λίγο χρόνο που είχαν στη διάθεσή τους, κάθισαν το Φίλιππο στο σκαμνί της απολογίας και έπρεπε απλά και σύντομα να τους εξηγήσει, τι είναι αυτό που ξεφούρνισε μέσα στην τάξη.
- Να βρε, άρχισε λαχανιασμένα ο μικρός να αφηγείται, ενώ παράλληλα ανασκούμπωνε το μπουφάν του που λίγο πριν είχε χρησιμοποιήσει σαν ασπίδα στο φατούρο. Χθες που κάθισα και είδα μια ταινία σκέφτηκα πως είναι πράγματι ωραίο να συμμετέχεις σε ομάδα που μέσα απ’ αυτή θα βάλεις σαν στόχο να πραγματοποιήσεις κάποια πράγματα. Όλοι δε λένε στο σχολείο ότι εμείς οι τρείς κάτι συνωμοτούμε; Ε! Ας γίνει το λοιπόν στ’ αλήθεια.
- Και τι μπορούμε μωρέ εμείς να κάνουμε; Ρώτησε με περιέργεια ο Δημήτρης.
- Αφήστε, αφήστε, συμπλήρωσε ο Παναγιώτης. Καλά το πάει. Για γίνε πιο σαφής βρε Φίλιππε.
- Τώρα μιλάτε καλά, τους απάντησε, Το λοιπόν.
Κι άρχισε να τους εξιστορεί τις λεπτομέρειες του σχεδίου του, παίρνοντας στην ουσία τη μπουκιά από το στόμα του Παναγιώτη που αν θυμάστε είχε αναλάβει να φέρει για συζήτηση κάποια δική του ιδέα. Η κεντρική ιδέα ήταν, τα παιδιά λειτουργώντας σαν ομάδα μέσα κι έξω από το σχολείο, ν’ αναλαμβάνουν όσο πιο μυστικά γίνεται, ή και φανερά αν δεν γίνεται αλλιώς, να προσφέρουν τη βοήθειά τους, όπου η ομάδα εκτιμά ότι είναι απαραίτητη και φυσικά μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων τους.
- Και το όνομα αυτής «Άμεσος Δράσης» τελείωσε το λόγο του μια μια αίσθηση περηφάνιας, ο Φίλιππος.
Ο όρκος των μελών σε μια τέτοια προσπάθεια είναι απαραίτητος γι αυτό αμέσως ακούμπησαν ο ένας στην παλάμη του άλλου και φώναξαν «ΣΝΤΟ» μιμούμενοι τους παίχτες του μπάσκετ πριν την έναρξη του παιχνιδιού.

Τις πρώτες μέρες ζωής της ομάδας τους έτσι και για λόγους εκπαιδευτικούς περισσότερο, δραστηριοποιήθηκαν στη γειτονιά, εντοπίζοντας ανήμπορους ανθρώπους όπου τα παιδιά πρόθυμα τους πρότειναν τη βοήθειά τους πηγαίνοντας άλλοτε στο super market για μικροψώνια, άλλοτε στο φαρμακείο της γειτονίας ή στο μικρό ψιλικατζίδικο. Η χαρά τους ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Αυτή η προσφορά βοήθειας σε ανήμπορους ανθρώπους, τους γέμιζε με ανείπωτη χαρά. Στα διαλλείματα στη κερκίδα όλη την ώρα έγραφαν ή έσβηναν ονόματα φτιάχνοντας τον προγραμματισμό για την επόμενη μέρα. Μια από τις επόμενες ημέρες όμως, μαθεύτηκε στο σχολείο μια πολύ δυσάρεστη είδηση η οποία σκόρπισε θλίψη σ΄όλα τα παιδιά κι όχι μόνο στην ομάδα «Άμεσος Δράσης» Ο συμμαθητής τους ο Ηλίας ήταν η Τρίτη μέρα που δεν φάνηκε στο σχολείο. Αυτό για την ομάδα σήμανε συναγερμό. Μέχρι τη λήξη της βάρδιας και μετά από κάποια τηλέφωνα που έκαναν σε δικούς τους ανθρώπους, έμαθαν πως το σπίτι του Ηλία ζούσε ένα πάρα πολύ μεγάλο δράμα. Ο μόνος εργαζόμενος στο σπίτι ήταν ο πατέρας και μόνο με τα λίγα δικά του λεφτά βολεύονταν η οικογένεια. Εδώ κι ένα μήνα όμως έμελε στην τύχη του να είναι κι αυτός ένα από τα πολλά θύματα της κρίσης. Δεν άντεξε ο έρμος την αναγγελία της απόλυσης του από τη δουλειά και μέχρι το βράδυ έπαθε βαρύ εγκεφαλικό κι ήταν ακόμα στο νοσοκομείο.
Τα παιδιά έδωσαν αμέσως το σύνθημα να μαζευτούν στην κερκίδα για μια μίνι σύσκεψη. Εκεί αποφασίστηκε να κληθεί επιγόντος μια από της μητέρες τους, γιατί διαπίστωσαν πως σαν πρωτάρηδες που ήταν, δεν είχαν τα κότσια να επισκεφτούν τον Διευθυντή και να ζητήσουν τη βοήθεια του. Πιο εύκαιρη βρέθηκε η μητέρα του Φίλιππου η οποία σε λιγότερο από μια ώρα βρέθηκε στο σχολείο.
Την επόμενη μέρα ένα σεβαστό ποσό βρίσκονταν στη διάθεση του Κυρίου διευθυντή μαζί με τρόφιμα που επιστρατεύτηκαν από τα σπίτια των παιδιών. Η πρώτη άμεσος δράσης πέτυχε εκατό τοις εκατό. Αυτό που έμελε όμως να δώσει στην ομάδα την απόλυτη χαρά ήταν αυτό που ακολούθησε.
- Παιδιά δεν είμαι ικανοποιημένος. Είπε με πραγματική έκφραση θλίψης ο Παναγιώτης.
- Τι λες μωρέ εδώ βούιξε ο τόπος μ’ αυτό που κάναμε κι εσύ μου λες πως δεν είσαι ικανοποιημένος. Αντέτεινε ο Δημήτρης με έναν κομπασμό σαράντα καρατίων.
- Ναι λέω αλήθεια και δεν θέλω σας παρακαλώ να πάρουν τα μυαλά μας αέρα.
Η φωνή του Παναγιώτη είχε ύφος μεγάλου ανθρώπου. Πρωτόγνωρο για παιδί τέτοιας ηλικίας. Έδειχνε να μπορεί να οδηγήσει τη σκέψη του πιο πέρα από το επίπεδο του παραμυθιού εκεί που ανταμώνει ο μύθος με την πραγματικότητα. Έδειχνε να καταλαβαίνει πως οι στόχοι δεν πετυχαίνουν γιατί θα εμφανιστεί ένας από τους φανταστικούς ήρωες των παιχνιδιών του και θα τους συντρίψει όλους με κάποιο μαγικό του όπλο.
- Και τι θες άλλο να κάνουμε, είπε ο Φίλλιπος με εμφανή τα σημάδια της απογοήτευσης. Ένοιωσε σαν να ήταν δηλαδή ανεβασμένος σε δέντρο κερασιάς απολαμβάνοντας τους ζουμερούς καρπούς του και τον ανάγκαζαν τώρα να κατεβεί αμέσως κάτω. Δεν κάναμε δηλαδή αυτό που έπρεπε; Απόσωσε την κουβέντα του ο Φίλιππος.
- Όχι, απάντησε ξερά ο Παναγιώτης.
- Όχι, ακούστηκε με απορία κι από τις δύο φωνές των παιδιών.
- Έτσι είναι και θα σας πω αμέσως το γιατί. Όπως το κουβεντιάζαμε και με τον μπαμπά μου, καλά είναι όλα τα τρόφιμα, αλλά κάποια στιγμή θα τελειώσουν.
- Ε θα μαζέψουμε ξανά διέκοψε ο Δημήτρης, μη γνωρίζοντας τους τηλεοπτικούς κανόνες πως δεν πρέπει να διακόπτει κανείς τον άλλον την ώρα που μιλά.
Σταματήστε. Είπε ο Παναγιώτης κι έδωσε έτσι έναν τόνο αυστηρό, σημάδι πως πάει να αγριέψει αν τον διακόψουν ξανά. Η δουλειά είναι η λύση στο πρόβλημα. Ο μπαμπάς του Ηλία πρέπει να ξαναβρεί δουλειά. Αυτή είναι η καλύτερη προσφορά που μπορεί να τους προσφέρει κανείς. Τα άλλα είναι κουραφέξαλα.
- Δουλειά; Μπορούμε εμείς να βρούμε δουλειά στον Κυρ’ Βαγγέλη; Ποιοι είμαστε; Νομίζω πως το καβαλήσαμε το καλάμι, όπως μου είπε και η μάνα μου χθες Ήταν η πρώτη άρνηση που εισέπραττε για την πρότασή του ο Παναγιώτης, από το Φίλιππο.
- Μη βιάζεστε, συνέχυσε να λέει ο Παναγιώτης κι έδειχνε να μην πτοείται από αντίθετες απόψεις. Χθες το βράδυ σχεδόν δεν κοιμήθηκα, κι αναρωτιόμουν γι αυτό που κι εσείς έτσι στο ξαφνικά δεν μπορείτε να δώσετε λύση. Θα κάνουμε το εξής.
Το πλάνο δράσης δεν πρόλαβε να το αναπτύξει γιατί χτύπησε το κουδούνι που τους καλούσε να γυρίσουν στο μάθημα. Έδωσε όμως εντολή στα παιδιά την άλλη ώρα, αμέσως εδώ, στην κερκίδα. Στο χώρο συνεδριάσεων της ομάδας «Άμεσος δράσης»
…………………………………………………………………...
Ήταν προπαραμονή Χριστουγέννων και τα τρία παιδιά μπαινόβγαιναν σε κάποια μαγαζιά της κεντρικής αγοράς της γειτονιάς τους. Δεν είχαν πει σε κανέναν τι ήθελαν να κάνουν. Τελευταία εθεάθησαν σ’ ένα υποκατάστημα Τραπέζης. Από εκεί άργησαν να φανούνε προς την έξοδο. Θα πρέπει να πέρασε πάνω από μια ώρα που βρισκόντουσαν εκεί. Όταν κάποια στιγμή εμφανίστηκαν στην πόρτα κρατούσαν από μια σακούλα ο καθένας που έδειχνε κάπως βαριά και τράβηξαν κατά το σπίτι του Δημήτρη που ήταν πιο κοντά. Η μάνα του τα υποδέχθηκε χαμογελώντας αλλά και με την απορία στο στόμα, είπε.
- Τι είναι αυτά που κουβαλάτε μικροί μου ήρωες;
Ο Δημήτρης τότε έβαλε το χέρι στη δική του σακούλα και τράβηξε μια σελίδα χαρτιού με καμιά εικοσαριά γραμμές τυπωμένες. Αν βλέπατε με πόσο ενδιαφέρον άρχισε να μελετά το κείμενο που είχε στα χέρια της η Κυρία Γαλήνη, θα νομίζατε πως κρατά κάποιο λαχείο που μόλις διαπίστωνε πως είχε κερδίσει.
Κυρίες και κύριοι
Είμαστε τρείς φίλοι από το 2ο δημοτικό σχολείο. Φέτος τα Χριστούγεννα η δική μας η χαρά για τα χρήματα που θα κερδίσουμε λέγοντας τα κάλαντα, αποφασίσαμε να την προσφέρουμε στο σπίτι ενός συμμαθητή μας που τα έχει περισσότερη ανάγκη από εμάς.
Εμείς αυτό μόνο μπορούσαμε να κάνουμε.
Υπάρχει όμως και κάτι που μπορείτε να κάνετε εσείς.
Αν είναι δυνατόν και μπορείτε να προσφέρετε μια δουλειά στον πατέρα του συμμαθητή μας που έμεινε άνεργος θα σας χρωστούσαμε μεγάλη ευγνωμοσύνη
Στο έγγραφο ακολουθούσαν κάποιες άλλες παροτρύνσεις των παιδιών για να γίνουν πιο πιστικοί και τελείωνε με τα ονόματά τους και τα προσωπικά τους τηλέφωνα σε περίπτωση που κάποιος ήθελε να επικοινωνήσει μαζί τους.
- Καλά και ποιος σας το έγραψε αυτό και που βρήκατε εσείς και βγάλατε τόσες φωτοτυπίες;
- Εσύ δεν λες κάθε μέρα στις φίλες σου καλέ μαμά, πως ο γιός σου είναι ένα πολύ έξυπνο παιδί; Είπε ο Δημήτρης που κατάλαβε πως έπρεπε να δώσει περισσότερες πληροφορίες. Στο κάτω-κάτω τσάμπα παίρνουμε τα δεκάρια στο σχολείο;
Κι έπιασε να αναλύει από την αρχή το σκεπτικό τους. Η απόφαση που πήραν ήταν φέτος τα Χριστούγεννα τα χρήματα που θα συγκεντρώσουν από τα κάλαντα να τα προσφέρουν στην οικογένεια του Ηλία. Το πιο σημαντικό όμως που αποφάσισαν ήταν σε κάθε μαγαζί ή σπίτι που θα επισκέπτονταν να έδιναν και από ένα χαρτί μήπως κι έτσι φαινόταν τυχεροί και βρίσκονταν κάποιος άνθρωπος που είχε τη δυνατότητα να προσφέρει δουλειά στον Κυρ’ Βαγγέλη. Όσο για το πώς θα κατάφερναν να βρουν βοήθεια για να τυπωθούν οι φωτοτυπίες, αποκάλυψαν στην μαμά του Δημητράκη πως αυτό έγινε ως εξής. Από το πρωί γυρνούσαν στα μαγαζιά και ζητούσαν από τους καταστηματάρχες να δείξουν προθυμία και να βοηθήσουν την ομάδα να τυπώσει αυτά τα χαρτιά. Αυτή τη βοήθεια δέχθηκε να τους προσφέρει ο Διευθυντής της Τράπεζας που βρίσκεται στην κεντρική λεωφόρο. Όχι μόνο βοήθησε να τυπωθούν πάνω από διακόσιες φωτοτυπίες αλλά στην ουσία συνέταξε και το κείμενο.
Η Κυρία Γαλανή έμεινε άφωνη. Άνοιξε την αγκαλιά της και προσπάθησε να αγκαλιάσει και τα τρία παιδιά μαζί, ενώ στην άκρη του ματιού της πήρε να κατρακυλά ένα δάκρυ.
Όλα έγιναν όπως σχεδιάστηκαν. Η καλή τους τύχη την επόμενη μέρα αποφάσισε να τους συναντήσει και να φιλιώσει μαζί με την ομάδα «Άμεσος Δράση» κάνοντας τη δική της προσφορά. Δεν πρόλαβαν τα παιδιά να τελειώσουν τα κάλαντα και στο σπίτι του Δημήτρη έφτασε η πρώτη αλλά και σπουδαιότερη είδηση. Μια μεγάλη ναυτιλιακή εταιρεία ενδιαφέρετε να προσφέρει μια θέση εργασίας νυχτερινού φύλακα. Συνέβει όμως και κάτι ακόμα. Ο ιδιοκτήτης μιας οικογενειακής ταβέρνας της περιοχής προτείνει στα παιδιά με τις οικογένειές τους αλλά και στην οικογένεια του Κυρ’ Βαγγέλη, την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς να γιορτάσουν εντελώς δωρεάν στο μαγαζί του.
Οι χαρές και τα πανηγύρια των παιδιών κράτησαν για μέρες. Ο χοντροηλίας έγινε το τέταρτο μέλος της ομάδας και φυσικά όπως αρμόζει σε μέλος μιας σοβαρής ομάδας, πλήρωσε στον συμμαθητή του το στοίχημα που έχασε γιατί δεν κατάφερε ν’ ανακαλύψει από μόνος του, τι συζητούσαν μυστικά τα παιδιά κάθε μέρα στην κερκίδα, αφού τα ίδια τα γεγονότα ήρθαν και τον αντάμωσαν στο σπίτι του.

Με πολύ αγάπη το αφιερώνω σε κάποιον μικρό πραγματικό Φίλιππο που ήταν και η αιτία της έμπνευσης αυτής της ιστορίας.

Μαντζούρης Κων/νος
Χριστούγεννα 2011

22 Δεκεμβρίου 2011

Το αγνάντεμα

Θυμάμαι συχνά πυκνά, όταν θέλω να αντλήσω κάποιο παράδειγμα γα να υποστηρίξω το λόγο μου, αυθόρμητα, μου έρχονται στο νου περιστατικά από την όμορφη εποχή των παιδικών μου χρόνων. Πενήντα ακριβώς χρόνια από τότε και είναι χαραγμένο ακόμα στη μνήμη μου ένα μικρό διήγημα από τα Νεοελληνικά αναγνώσματα, που είχε τίτλο «Το αγνάντεμα»
Μια χαροκαμένη μάνα μόνη κι έρημη στο φτωχικό της, ζούσε με την ελπίδα ο μονάκριβος γιός της νάρθει μια μέρα από την ξενιτιά και νάναι μέρα γιορτινή. Να τον σφίξει στην αγκαλιά της κι ύστερα ας έρθει όποιος σατανάς ή άγγελος θέλει να της πάρει την ψυχή. Μόνο αυτό την ένοιαζε. Να ζήσει ώσπου να χαρεί αυτό το μεγάλο αντάμωμα. Γι αυτό το λόγο κάθε που ερχόταν Πασχαλιά ή Χριστούγεννα μα και της Παναγίας ακόμα τον δεκαπενταύγουστο, τράβαγε κατά τη ραχούλα και από το πρωί ίσα με το σούρουπο, κούρνιαζε πάνω στον ψηλότερο βράχο κι αγνάντευε πέρα μακριά που ο κουρνιαχτός από τα λιγοστά αυτοκίνητα στη δημοσιά, μαρτυρούσε πως κάποιος πιθανά να κατευθύνεται προς το χωριό της. Χρόνια τώρα αυτή η συνήθεια Μα όταν έπεφτε το σούρουπο, γυρνούσε σπίτι της αποκαμωμένη και σιγομουρμούριζε. Ποιος ξέρει τι δουλειές θα έχει η ψυχούλα μου και δεν μπόρεσε να έρθει. Η ίδια φράση τόσα χρόνια.
Παρ’ ότι το διήγημα απευθύνονταν σε μικρά παιδάκια, δεν είχε χάπι εντ. Την τελευταία φορά που πήγε στα αγνάντεμα, δεν γύρισε στο χωριό. Οι συχωριανοί της τη βρήκαν την επόμενη μέρα γερμένη εκεί στην ξερολιθιά. Δέκα μέρες αργότερα, είδαν έναν ψιλόλιγνο άντρα να δρασκελά το κατώφλι της συχωρεμένης της γριούλας και την Κυριακή να κλαίει πάνω απ΄το μνήμα της μανούλας του που για λίγο δεν πρόλαβε ν’ ανταμώσει.
Τι γλυκιά ιστορία. Με κάτι τέτοιες όμως σμιλεύτηκε ο ψυχισμός κι ο χαρακτήρας μας εκείνη την εποχή, στα χρόνια της αθωότητας που λένε, κι ερχόμαστε στο σήμερα και ψάχνουμε μάταια όμως τις περισσότερες φορές, οι ιστορίες του Παπαδιαμάντη του Προβελέγγιου του Βιζυηνού του Παλαμά και τόσων ‘άλλων να συγκινούν ακόμα ψυχές και να σμιλεύουν ήθη και αξίες στη νέα γενιά.
Τώρα πια όλα έχουν αλλάξει. Άλλαξε η πλάση ολόκληρη και φυσικά πήρε στο διάβα της κάθε μικρή η μεγάλη αξία με τους ρομαντισμούς της και τις αυλές με τις γαζίες. Τώρα κανείς δεν περιμένει κανέναν. Το βράδυ της πρωτοχρονιάς φερ’ ειπείν θα μαζευτούν στο σπίτι τα παιδιά ένα τέταρτο πριν την αλλαγή του χρόνου και πέντε λεπτά μετά θα φύγουν να βρούνε τις παρέες τους. Το Πάσχα θ’ αφήσουν τους γονείς τους να ψήσουν τον οβελία και να ετοιμάσουν το πασχαλινό τραπέζι κι αυτά θα ξυπνήσουν κατά τις μια για να ρωτήσουν αν ψήθηκε το αρνί. Σε καμιά γιορτή δεν περιλαμβάνεται η υποχρέωση να ακυρωθεί κάποια εκδρομή γιατί τέτοιες μέρες πρέπει να είναι κοντά με τους δικούς του Στα οικογενειακά γλέντια στριφογυρίζουν σαν τον ποντικό στη φάκα μ’ ένα κινητό αγκαλιά. Μέχρι να πάρουν τυπικά την άδεια να φύγουν.
Το χάσμα των γενεών δεν τεντώνεται άλλο γιατί έφτασε τα άκρα του. Καμιά πλέον επαφή. Ο κόσμος τους κι ο κόσμος μας ή σαν να λέμε δυο ξένοι στην ίδια πόλη. Η αγάπη αγάπη, δεν θα την αμφισβητήσω, αλλά βίοι παράλληλοι. Γι αυτό η καταθλιπτική τάση όλο και αυξάνεται στην εποχή μας. Μετά τα πενήντα μένεις μόνος σου. Ο κάθε ένας στο σπίτι του λένε σήμερα με περισσό κομπασμό. Για ν’ ανοίξει ένα σπίτι να δεχθεί επισκέπτες πρέπει να συμβαίνει κάτι πολύ σπουδαίο. Μέσα στα άδυτα πλέον των σπιτιών μας κρύβουμε καλά επιμελημένα όλα μας τα στραβά και τα ανάποδα και δεν θα θέλαμε να γίνουν ποτέ δημόσιο θέαμα. Είπαμε ο κάθε ένας στο σπίτι του. Ακόμα κι αν αποδέχονται σήμερα τα παιδιά μας την πρόσκληση σε γεύμα, περιορίζεται αποκλειστικά στο φαγητό κι ύστερα τους ζυγούς λύσατε.
Φέτος τα Χριστούγεννα θα στρώσω το τραπέζι μου μονάχος. Μετά από τόσα χρόνια αγώνα ο καθένας θα φαει σπίτι του.
Εύχομαι να είναι μικρό το υπόλοιπο της διαδρομής μου γιατί δεν μπορώ να συμβιβαστώ με τέτοιες λογικές.

Δεκέμβριος 22/12/2011